Άνδρας
1 Ιουλίου 1899
Αθήνα
8 Οκτωβρίου 1987
Αθήνα
Ελληνικά
Τάξις των Ηθικών και Πολιτικών Επιστημών
  • Ο Κωνσταντίνος Τσάτσος (1 Ιουλίου 1899 – 8 Οκτωβρίου 1987) ήταν Έλληνας νομικός, φιλόσοφος και πολιτικός, που διετέλεσε πρόεδρος της Δημοκρατίας (1975-1980). Ακολούθησε ακαδημαϊκή σταδιοδρομία εκλεγόμενος τακτικός καθηγητής της φιλοσοφίας του δικαίου στη νομική σχολή Αθηνών και μέλος της Ακαδημίας Αθηνών (1961), της οποίας χρημάτισε και πρόεδρος. Ασχολήθηκε με την πολιτική για πρώτη φορά το 1945 αναλαμβάνοντας υπουργός εσωτερικών στην κυβέρνηση Πέτρου Βούλγαρη και από τότε εξελίχθηκε σε έναν από τους βασικούς πρωταγωνιστές της πολιτικής ζωής της Ελλάδας. Διετέλεσε υπουργός σε πολλές κυβερνήσεις και αναδείχθηκε σε έναν από τους βασικούς συνεργάτες του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Με την υποστήριξη του τελευταίου κατάφερε το 1975 να εκλεγεί πρώτος πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας, θέση στην οποία παρέμεινε μέχρι το 1980, οπότε και παραιτήθηκε.

    Το φιλοσοφικό, λογοτεχνικό και νομικό του έργο θεωρείται σημαντικό. Επηρέασε σημαντικά το Σύνταγμα του 1975 όντας ο πρόεδρος της κοινοβουλευτικής επιτροπής συντάξεως του συντάγματος, ενώ θεωρείται και ένας από τους βασικούς υποστηρικτές της ευρωπαϊκής ιδέας, ενώ υπήρξε και θαυμαστής της αμερικανικής δημοκρατίας. Για τη σημαντική προσφορά του στην ανάπτυξη του ευρωπαϊκού οράματος του απονεμήθηκε το 1980 το μέγα ευρωπαϊκό Βραβείο Κουντενχόβε - Καλλέργη. Επίσης, ήταν μέλος πολλών ξένων ακαδημιών μεταξύ των οποίων της Ρωσίας, της Λετονίας κ.α.

    Ο Κωνσταντίνος Τσάτσος, καταβεβλημένος από τον καρκίνο, πέθανε στις 8 Οκτωβρίου 1987, σε ηλικία 88 ετών.

    Ακαδημαϊκή σταδιοδρομία

    Το 1929 ανακηρύχθηκε διδάκτωρ της νομικής, με θέμα διδακτορικής διατριβής «Η νομική ως τεχνική και επιστήμη» και επί υφηγεσίας διατριβής του: «Φιλοσοφία και επιστήμη του Δικαίου» ενώ τον επόμενο χρόνο έγινε υφηγητής με θέμα της δοκιμαστικής επί υφηγεσία διατριβής του «Φιλοσοφία και επιστήμη του Δικαίου» και το 1933 καθηγητής στην έδρα της εισαγωγής στην επιστήμη του Δικαίου και της φιλοσοφίας του Δικαίου. Ξεκίνησε τη διδακτική του δραστηριότητα ως άμισθος υφηγητής. Το 1934 άρχισε να διδάσκει Κοινωνική φιλοσοφία των Αρχαίων Ελλήνων. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του '30 ο Τσάτσος ήρθε σε επαφή με τους σημαντικούς λογοτέχνες και ποιητές της εποχής, ενώ ξεχωριστή υπήρξε η φιλία του με τον Κωστή Παλαμά, τον οποίο είχε γνωρίσει ήδη από το 1922. Την ίδια εποχή, το 1930, μαζί με τον Κανελλόπουλο και τον Θεοδωρακόπουλο εξέδωσε το τριμηνιαίο περιοδικό «Αρχείο Φιλοσοφίας και Θεωρίας των Επιστημών», η έκδοση του οποίου συνεχίστηκε για τα επόμενα έντεκα χρόνια. Παράλληλα με τα μαθήματά του στη νομική σχολή, δίδασκε και φιλοσοφία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο (1935 - 1938). Το 1935 αρχίζει να ασχολείται για τα πολιτικά ζητήματα όταν πριν το δημοψήφισμα δημοσίευσε άρθρα υπέρ του δημοκρατικού πολιτεύματος. Το 1938 απέτυχε να γίνει τακτικός καθηγητής λόγω της δικτατορίας Μεταξά. Την ίδια χρονιά η κυβέρνηση Τσαλδάρη επιχείρησε να τον παύσει από το Πανεπιστήμιο, αλλά παρέμεινε μετά από έντονο διάβημα του Παναγιώτη Κανελλόπουλου.

    Το 1939 το καθεστώς Μεταξά, είχε βάλει χαφιέδες να παρακολουθούν τις πανεπιστημιακές παραδόσεις του και ενώ αρχικά του πρότεινε να αναλάβει ανώτατο αξίωμα στην Εθνική Οργάνωση Νεολαίας (ΕΟΝ) τον συνέλαβε και τον εκτόπισε στη Σκύρο ως κομμουνιστή. Η υποψία του καθεστώτος σε βάρος του ενισχύθηκε από τις επισκέψεις που πραγματοποίησε στους τόπους εξορίας του Παναγιώτη Κανελόπουλου. Στη συνέχεια μετατοπίστηκε στις Σπέτσες μετά από παρέμβαση του Κυριάκου Βαρβαρέσου προς τον Κωνσταντίνο Μανιαδάκη, όπου διέμεινε μέχρι το τέλος Ιανουαρίου 1940, οπότε και του επετράπη να επιστρέψει στην Αθήνα.

    Πολιτική σταδιοδρομία

    Ο Τσάτσος προερχόταν από φιλοβενιζελική οικογένεια, με έντονες πολιτικές ενασχολήσεις. Όπως έγραψε, «Το σπίτι μου ήταν πολιτικό σπίτι». Ο πολιτικός προσανατολισμός του ήταν φιλοβενιζελικός από αντατοφιλία.Σημειώνει χαρακτηριστικά ο ίδιος στο αυτοβιογραφικό Λογοδοσία μιας ζωής«Στα χρόνια όμως της Κατοχής, μια πρόσθετη φλόγα άναψε μέσα μου. Με έπιασε η μανία της πολιτικής δράσης. Το 1944-45 ήθελα με πάθος να γίνω Υπουργός[...]Οι επιθέσεις που μου έγιναν [...] γιατί είχα κάνει ως υπουργός σε 3 1/2 μήνες σπουδαίο έργο, επιτείνανε τις φιλοδοξίες μου. Απέβλεπα πια στο βουλευτιλήκι[...]»

    Η πρώτη ουσιαστική ανάμειξη με την πολιτική ήταν το 1945, όταν και ανέλαβε Υπουργός Εσωτερικών και προσωρινά (για δύο μέρες μόνο) Δικαιοσύνης και Κοινωνικής Πρόνοιας, στην υπηρεσιακή κυβέρνηση Πέτρου Βούλγαρη.  Ο ίδιος ανασκοπώντας τη δράση του στο υπουργείο αναφέρει πως τότε επάνδρωσε όλες τις νομαρχίες, διόρισε δημάρχους και τοποθέτησε 1300 αξιωματικούς χωροφυλακής και αστυνομίας πόλεως. Κατόπιν όμως πιέσεων που ασκούσε ο τύπος (συγκρότημα Λαμπράκη) ζητήθηκε από τον Δαμασκηνό να παραιτηθεί από τη θέση του. Στην κυβέρνηση Κανελλόπουλου που σχηματίσθηκε τον ίδιο χρόνο ανέλαβε δύο υπουργεία, του Τύπου και Πληροφοριών και προσωρινώς της Αεροπορίας. Τον επόμενο χρόνο έθεσε υποψηφιότητα στις βουλευτικές εκλογές, στις οποίες και εξελέγη για πρώτη φορά βουλευτής. Το 1947 επισκέφθηκε το Κάιρο και το 1948 τη Ρώμη εκπροσωπώντας την ελληνική Βουλή στις διακοινοβουλευτικές συσκέψεις που πραγματοποιούνταν.

    Το 1949 ανέλαβε το χαρτοφυλάκιο του υπουργείου Παιδείας. Κατά τη διάρκεια της θητείας του οργάνωσε την εθνική πινακοθήκη, ενώ συγκρούστηκε με τους καθηγητές στο θέμα της αυξήσεως των μισθών. Επίσης επί της υπουργίας του πραγματοποιήθηκε η εκλογή νέου αρχιεπισκόπου από την Ιερά Σύνοδο λόγω του θανάτου του Δαμασκηνού. Σε αυτήν ο Τσάτσος στήριξε τον μητροπολίτη Ιωαννίνων Σπυρίδωνα, ο οποίος τελικώς εξελέγη. Στις εκλογές του 1950 έθεσε υποψηφιότητα με το κόμμα του Κανελλόπουλου αποτυγχάνοντας όμως να εκλεγεί. Τότε άρχισε να εργάζεται στην εφημερίδα Καθημερινή και επέστρεψε για κάποιο διάστημα στην ενεργή δικηγορία.[ Στα τέλη του 1950 διορίστηκε υφυπουργός Συντονισμού. Για την τοποθέτησή του συναινούσαν και οι Αμερικανοί, οι οποίοι κατά τη μαρτυρία του Τσάτσου, είχαν εκτιμήσει το έργο του ως υπουργού παιδείας και ότι απορρόφησε όλες τις σχετικές πιστώσεις. Διατήρησε το χαρτοφυλάκιό του για έξι μήνες αλλά εξαναγκάσθηκε σε παραίτηση υπό την πίεση του Γεωργίου Παπανδρέου, αλλά ξανατοποθετήθηκε στην ίδια θέση όταν ανέλαβε υπουργός ο Σοφοκλής Βενιζέλος. Το 1951 ξαναέθεσε υποψηφιότητα για βουλευτής χωρίς όμως επιτυχία. Τον επόμενο χρόνο απέτυχε ξανά στις εκλογές, ενώ τρία χρόνια αργότερα κατηγορήθηκε για οικονομικό σκάνδαλο. Γι' αυτό τον λόγο οργανώθηκε εξεταστική επιτροπή, η οποία τελικά τον αθώωσε. Παρέδωσε μια σειρά μαθημάτων στο Αθήναιον. Βιοποριζόταν από το δικηγορικό του γραφείο και την αρθρογραφία του στην Καθημερινή. Το 1952 περιοδεύει σε δέκα Αμερικανικά Πανεπιστήμια υπό τη χορηγία του ιδρύματος Φέλμπραϊτ (Fulbright).

    Το 1956 προσχώρησε στο υπό ίδρυση κόμμα του Κωνσταντίνου Καραμανλή, την Εθνική Ριζοσπαστική Ένωση (ΕΡΕ), βοηθώντας τον αρχηγό της στη σύνταξη κειμένων και διακηρύξεων σχετικά με την ίδρυση του κόμματος, με την οποία και εξελέγη βουλευτής. Στην κυβέρνηση που σχηματίσθηκε υπό τον Καραμανλή ανέλαβε το υπουργείο Προεδρίας. Στις επόμενες εκλογές, του 1958, εξελέγη πανηγυρικά βουλευτής και ανέλαβε πάλι το υπουργείο Προεδρίας. Το υπουργείο Προεδρίας είχε αρκετές αρμοδιότητες, μεταξύ άλλων και αυτή του τουρισμού. Επί θητείας του κατασκευάστηκε το ξενοδοχείο της Πάρνηθας, για το οποίο ελέγχθηκε από την αντιπολίτευση λόγω της υπέρβασης του αρχικού προϋπολογισμού ενώ ενίσχυσε σημαντικά και τα διεθνή φεστιβάλ θεάτρου και μουσικής ανά την Ελλάδα. Τον Ιούνιο του 1961 εξελέγη μέλος της Ακαδημίας Αθηνών με 24 ψήφους υπέρ και 6 κατά με έδρα τη Φιλοσοφία του Δικαίου. Η εναρκτήρια ομιλία του στην Ακαδημία είχε τον τίτλο, Οι αντινομίες του Πρακτικού Λόγου και τα Πλάτωνος Πολιτικά. Σε αυτήν διετέλεσε πρόεδρος (1966) και αντιπρόεδρος. Τον ίδιο χρόνο επανεξελέγη βουλευτής χωρίς όμως να αναλάβει κάποιο υπουργείο. Το 1962 ο Υπουργός Βιομηχανίας Ζήσης Ζησάκης παραιτήθηκε και ο Καραμανλής του πρότεινε να αναλάβει το συγκεκριμένο χαρτοφυλάκιο. Στη συνέχεια ανέλαβε το υπουργείο Κοινωνικής Πρόνοιας. Όταν αποχώρησε ο Καραμανλής, οι Τσάτσος και Κωνσταντίνος Παπακωνσταντίνου απομακρύνθηκαν από τις διαμάχες για την ηγεσία. Στην κυβέρνηση Κανελλόπουλου ο Τσάτσος ανέλαβε το υπουργείο Δικαιοσύνης, στο οποίο παρέμεινε μέχρι την εγκαθίδρυση της δικτατορίας των Συνταγματαρχών την 21η Απριλίου.

    Στη δικτατορία και μεταδικτατορικώς

    Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, ο Τσάτσος υπέγραψε κάποιες αντιδικτατορικές προκηρύξεις δίχως να προβεί σε κάποια άλλη νέα ενέργεια. Υπήρξε μάρτυρας υπεράσπισης του λογοτέχνη Μένη Κουμανταρέα στη δίκη του από το Εφετείο Αθηνών για το πεζογράφημά του Το αρμένισμα. Συνοδευόταν μονίμως από έναν αστυνομικό ο οποίος τον παρακολουθούσε. Μετά τη Χούντα ανέλαβε το υπουργείο Πολιτισμού στην κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας, όμως ασχολιόταν πιο πολύ με τα προσχέδια του νέου Συντάγματος και την κατάρτιση των συνδυασμών της Νέας Δημοκρατίας και στις εκλογές που ακολούθησαν εξελέγη στην τρίτη θέση με το ψηφοδέλτιο επικρατείας της Νέας Δημοκρατίας. Παράλληλα, ανέλαβε την προεδρία της κοινοβουλευτικής επιτροπής σύνταξης του νέου συντάγματος. Εισηγητής της αντιπολίτευσης για το νέο σύνταγμα ήταν ο ανιψιός του, Δημήτρης Τσάτσος.

    Πρόεδρος της Δημοκρατίας

    Ως ένας από τους πιο έμπιστους συμβούλους του Κωνσταντίνου Γ. Καραμανλή, ο Κωνσταντίνος Τσάτσος προτάθηκε από το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας για τη θέση του προέδρου της Δημοκρατίας. Η απόφαση του Καραμανλή για την επιλογή Τσάτσου αναγγέλθηκε στην αίθουσα της γερουσίας, όπου συνεδρίαζε η κοινοβουλευτική ομάδα της Νέας Δημοκρατίας. Όπως αναφέρει ο Τσάτσος στα απομνημονεύματά του, ο Καραμανλής είχε θέσει ως μοναδικό όρο ότι σε περίπτωση που θα ήθελε να μεταπηδήσει νωρίτερα από τα πέντε χρόνια στην προεδρία της δημοκρατίας, αυτός θα παραιτούνταν. Ο Τσάτσος αποδίδει την επιλογή του Καραμανλή στο πρόσωπό του στους εξής λόγους: θα τηρούσε την υπόσχεσή του να παραιτηθεί από την Προεδρία της Δημοκρατίας σε περίπτωση που ο Καραμανλής ήθελε να μεταπηδήσει σε αυτήν, όπως είχαν συμφωνήσει μυστικώς οι δύο άνδρες. Δεν θα εκμεταλλευόταν το αξίωμά του για να αυτοπροβληθεί σε βάρος του Καραμανλή, η μεταξύ τους ταύτιση απόψεων, τέτοια που δεν του είχε προκαλέσει ποτέ πρόβλημα, το κύρος που είχε αποκτήσει ο Τσάτσος κατά τη θητεία του στην Επιτροπή του Συντάγματος και η καλή συνεργασία που είχε με την αντιπολίτευση. Ακόμα το παλαιότερο θετικό υπουργικό έργο του. Στην ψηφοφορία που διεξάχθηκε στη Βουλή έλαβε 210 ψήφους σε σύνολο 295 ψηφισάντων. Από αυτές οι 210 ανήκαν πιθανότατα στους βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας που διέθετε 215 έδρες. Μοναδικός αντίπαλος ήταν ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, που υποστηρίχθηκε από την Ένωση Κέντρου, ενώ το ΠΑΣΟΚ και η Ενωμένη Αριστερά ψήφισαν λευκό. Πρόεδρος της Δημοκρατίας ορκίστηκε στις 19 Ιουλίου 1975.

    Ως πρόεδρος της δημοκρατίας ανέλαβε να οργανώσει καλύτερα τον όλο θεσμό. Ασχολήθηκε με βασικά ζητήματα της εθνικής πολιτικής όπως ήταν π.χ. το σλαβομακεδονικό. Δέχθηκε τις επισκέψεις αρκετών αρχηγών ξένων κρατών, ενώ συναντήθηκε και με άλλες σημαντικές προσωπικότητες, όπως οι ΤίτοΝτουάιτ ΑϊζενχάουερΒαλερί Ζισκάρ ντ'ΕσταίνΓκαμάλ Αμπντέλ Νάσερ κ.α. Επίσης εκπροσώπησε την Ελλάδα στην κηδεία του Μακαρίου το 1977, του Τίτο και του Ανουάρ Σαντάτ. Λίγο πριν το τέλος της θητείας του τιμήθηκε με το βραβείο Κούντενχοβε-Καλλέργη και ανακηρύχθηκε επίτιμος διδάκτορας της Σορβόννης.Στη θέση του προέδρου της δημοκρατίας παρέμεινε μέχρι τον Μάιο του 1980, όταν και τον διαδέχθηκε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής.

    Μετά το τέλος της θητείας του πραγματοποίησε πολλά ταξίδια στο εξωτερικό είτε αναψυχής είτε κυρίως για ακαδημαϊκούς λόγους, αφού ήταν μέλος αρκετών ακαδημιών. Το 1980 εξελέγη μέλος της Ρουμανικής Ακαδημίας. Την ίδια χρονιά διορίστηκε μέλος της ακαδημίας του Μαρόκου ύστερα από διάταγμα του βασιλιά Χασάν Β΄ συμμετείχε σε αρκετές συγκεντρώσεις για το ευρωπαϊκό όραμα, ενώ βοηθούσε και στη συγγραφή κάποιων ιστορικών μελετών.

    Συγγραφικό έργο

    Η ενασχόληση του Κωνσταντίνου Τσάτσου από νεαρή κιόλας ηλικία με τη φιλοσοφία και την ποίηση τον βοήθησαν στην ανάπτυξη της καλλιέργειάς του. Αρχίζει να γράφει ποιήματα σε ηλικία δεκαπέντε ετών. Την τριετία 1921-1924 δημοσίευσε τα πρώτα του ποιήματα, την Τριλογία της ψυχής αφιερωμένη στον Κωστή Παλαμά και δύο δράματα με το ψευδώνυμο «Ηβός Δελφός». Στα ποιήματα του εκφράζονται τα πιο βαθιά και κρυφά στρώματα του εαυτού του. Τα παράλογα στοιχεία διασταυρώνονται με τα λογικά. Η ποίηση του χαρακτηρίζεται «υπαρξιακή».Οι φιλοσοφικές μελέτες που δημοσίευσε κατά καιρούς αποσκοπούσαν στην στην εκλαΐκευση της Καντιανής φιλοσοφίας στην Ελλάδα. Το 1948, υπήρξε εμπνευστής μιας νέας εταιρείας συγγραφέων, στην οποία συμμετείχαν μεταξύ άλλων ο Γιώργος Θεοτοκάς, ο Σπύρος Μελάς, ο Ηλίας Βενέζης, ο Ανδρέας Καραντώνης και ο Πέτρος Χάρης.

    Συνεργάστηκε με την Εκδοτική Αθηνών για τη συγγραφή ενοτήτων και την εποπτεία τόμων της Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, για λόγους βιοπορισμού. Την ίδια περίοδο είναι γόνιμο το συγγραφικό έργο του Έχοντας πλέον στην κατοχή της μια ανεκτίμητης αξίας βιβλιοθήκη, η οικογένεια Τσάτσου δώρησε το σύνολο των βιβλίων του Κωνσταντίνου Τσάτσου στο σημερινό Κέντρο Βυζαντινών Νεοελληνικών και Κυπριακών Σπουδών που βρίσκεται στην πόλη της Γρανάδας, στην Ισπανία, υπό την εποπτεία του καθηγητή Βυζαντινής και Νεοελληνικής Φιλολογίας Μόσχου Μορφακίδη-Φυλακτού.

    Ο φιλοσοφικός στοχασμός του Τσάτσου

    Ο ίδιος ο Τσάτσος τοποθετεί τις φιλοσοφικές καταβολές του στον Πλάτωνα, τον Ιμμάνουελ Καντ και τον Νεοκαντιανισμό. Καλλιέργησε τη Φιλοσοφία του Δικαίου ακολουθώντας τον Χάινριχ Ρίκερτ (ο οποίος δεν ασχολήθηκε με το Δίκαιο) και τη θεωρία των αξιών που ανέπτυξε και γενικά τη Νεοκαντιανή Σχολή της Βάδης. Στα 1928 δημοσίευσε το Der Begriff des positiven Rechtes (Η έννοια του θετικού δικαίου), το οποίο κατά τον Ρίκερτ απέδιδε με τη μεγαλύτερη συνέπεια στο χώρο του Δικαίου τη θεωρία του.

    Άλλες μελέτες του σχετικές με τη φιλοσοφία του Δικαίου είναι: Το πρόβλημα της ερμηνείας του Δικαίου (1932,1978), Το πρόβλημα των πηγών του Δικαίου (1941) όπου ασχολείται με το Σύνταγμα «ως μια από τις ιδιαίτερες πηγές του Δικαίου», ενώ δεν προχώρησε στις άλλες πηγές του δικαίου (νόμοι, διοικητικές πράξεις). Η επί διδακτορία και επί υφηγεσία διατριβές του δημοσιεύτηκαν σε έναν τόμο με τίτλο Μελέται φιλοσοφίας του Δικαίου (1960) Έχοντας την αίσθηση ο ίδιος πως «ότι ήταν να γράψει σχετικά με τη φιλοσοφία του Δικαίου το είχε γράψει» διακόνησε ένα άλλο κομμάτι των κοινωνικών επιστημών μεταξύ των ορίων της νομικοπολιτικής επιστήμης και την κοινωνική φιλοσοφία: με τα έργα του Η κοινωνική φιλοσοφία του Καντ (1935), Η κοινωνική φιλοσοφία των αρχαίων Ελλήνων (1962), Πολιτική, θεωρία πολιτικής δεοντολογίας (1965) Καλλιέργησε και την αισθητική με το Διάλογο για την ποίηση με τον Γιώργο Σεφέρη.[

    Προσωπική ζωή

    Ήταν παντρεμένος δύο φορές. Νυμφεύθηκε αρχικά τη Λίλη Ζηρίνη τον Φεβρουάριο του 1925, για να χωρίσει όμως το 1929. O δεσμός τους είχε ως αφετηρία του το κοινό ενδιαφέρον τους για τον ποιητή Κωστή Παλαμά. Κατά τη διάρκεια του γάμου τους έμεναν μεταξύ Αθήνας και Χαϊδελβέργης. Στη συνέχεια γνώρισε την Ιωάννα Σεφεριάδου, αδερφή του Γιώργου Σεφέρη, την οποία και νυμφεύτηκε στις 30 Ιουνίου 1930 με κουμπάρα την Ειρήνη Οικονομοπούλου. Μαζί της απέκτησε δύο κόρες:

    • τη Δέσποινα Τσάτσου, η οποία γεννήθηκε το 1931, σύζυγο του καθηγητή Μυλωνά.
    • τη Ντόρα Τσάτσου, η οποία γεννήθηκε το 1932, χορογράφο και σύζυγο του Αλέξανδρου Συμεωνίδη, καθηγητή ιατρικής.

    Εργογραφία

    Λογοτεχνικά

    • Η τριλογία της ψυχής μου (1923)
    • Ποιήματα (1924)
    • Δύο Δράματα (1924)
    • Τα ποιήματα του Κ. Τσάτσου (1973)
    • Ένας διάλογος για την ποίηση (1975)

    Φιλοσοφικά

    • Δοκίμια αισθητικής και παιδείας (1960)
    • Αισθητικά δοκίμια (1961)
    • Διάλογοι σε μοναστήρι (1974)
    • Αισθητικά μελετήματα (1977)
    • Θεωρία της Τέχνης (1978)
    • Η ζωή σε απόσταση (1985)
    • Ο σύγχρονος κόσμος (1987)
    • Πριν από το ξεκίνημα (1988)
    • Αποχαιρετισμός (1988)

    Κριτικές

    • Παλαμάς (1936)
    • Οι μεγάλοι ρήτορες και η ιστορία τους (1968)
    • Κικέρων (1968)
    • Δημοσθένης (1971)

    Βιογραφίες

    • Ελευθέριος Βενιζέλος (1986)
    • Ο άγνωστος Καραμανλής (1986)
    • Λογοδοσία μιας ζωής (αυτοβιογραφία, 2000)

    Φιλοσοφία περί δικαίου

    • Το πρόβλημα της ερμηνείας του δικαίου (1932) (1978 εκδ. Σάκκουλας)
    • Η κοινωνική φιλοσοφία του Καντ (1935)
    • Το πρόβλημα των πηγών του Δικαίου (1941)
    • Ελληνική πορεία (1952)
    • Μελέται φιλοσοφίας του δικαίου (1960)
    • Η κοινωνική φιλοσοφία των αρχαίων Ελλήνων (1962)
    • Αφορισμοί και διαλογισμοί (1965-1969)
    • Πολιτική, θεωρία πολιτικής δεοντολογίας (1965)
    • Η Ελλάς και η Ευρώπη (1978)
    • Δημοκρατία και Ευρώπη (1982)

    Άλλα

    • Αγάπη (1950)
    • Ποιήματα άλλων καιρών και άλλων τόπων (Μετάφραση, 1980)
    • Οράτιος, Βιργίλιος, Προπέρτιος, Κάτουλος (Μετάφραση, 1981)
    Wikipedia

Τσάτσος, Κωνσταντίνος (1899-1987)

  1. Πρόσωπο
  2. 1 Ιουλίου 1899
  3. 8 Οκτωβρίου 1987
  4. Αθήνα
  5. Αθήνα
  6. Πρόεδρος της Δημοκρατίας
  7. Άνδρας
  8. Ελληνικά
    1. Ο Κωνσταντίνος Τσάτσος (1 Ιουλίου 1899 – 8 Οκτωβρίου 1987) ήταν Έλληνας νομικός, φιλόσοφος και πολιτικός, που διετέλεσε πρόεδρος της Δημοκρατίας (1975-1980). Ακολούθησε ακαδημαϊκή σταδιοδρομία εκλεγόμενος τακτικός καθηγητής της φιλοσοφίας του δικαίου στη νομική σχολή Αθηνών και μέλος της Ακαδημίας Αθηνών (1961), της οποίας χρημάτισε και πρόεδρος. Ασχολήθηκε με την πολιτική για πρώτη φορά το 1945 αναλαμβάνοντας υπουργός εσωτερικών στην κυβέρνηση Πέτρου Βούλγαρη και από τότε εξελίχθηκε σε έναν από τους βασικούς πρωταγωνιστές της πολιτικής ζωής της Ελλάδας. Διετέλεσε υπουργός σε πολλές κυβερνήσεις και αναδείχθηκε σε έναν από τους βασικούς συνεργάτες του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Με την υποστήριξη του τελευταίου κατάφερε το 1975 να εκλεγεί πρώτος πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας, θέση στην οποία παρέμεινε μέχρι το 1980, οπότε και παραιτήθηκε.

      Το φιλοσοφικό, λογοτεχνικό και νομικό του έργο θεωρείται σημαντικό. Επηρέασε σημαντικά το Σύνταγμα του 1975 όντας ο πρόεδρος της κοινοβουλευτικής επιτροπής συντάξεως του συντάγματος, ενώ θεωρείται και ένας από τους βασικούς υποστηρικτές της ευρωπαϊκής ιδέας, ενώ υπήρξε και θαυμαστής της αμερικανικής δημοκρατίας. Για τη σημαντική προσφορά του στην ανάπτυξη του ευρωπαϊκού οράματος του απονεμήθηκε το 1980 το μέγα ευρωπαϊκό Βραβείο Κουντενχόβε - Καλλέργη. Επίσης, ήταν μέλος πολλών ξένων ακαδημιών μεταξύ των οποίων της Ρωσίας, της Λετονίας κ.α.

      Ο Κωνσταντίνος Τσάτσος, καταβεβλημένος από τον καρκίνο, πέθανε στις 8 Οκτωβρίου 1987, σε ηλικία 88 ετών.

      Ακαδημαϊκή σταδιοδρομία

      Το 1929 ανακηρύχθηκε διδάκτωρ της νομικής, με θέμα διδακτορικής διατριβής «Η νομική ως τεχνική και επιστήμη» και επί υφηγεσίας διατριβής του: «Φιλοσοφία και επιστήμη του Δικαίου» ενώ τον επόμενο χρόνο έγινε υφηγητής με θέμα της δοκιμαστικής επί υφηγεσία διατριβής του «Φιλοσοφία και επιστήμη του Δικαίου» και το 1933 καθηγητής στην έδρα της εισαγωγής στην επιστήμη του Δικαίου και της φιλοσοφίας του Δικαίου. Ξεκίνησε τη διδακτική του δραστηριότητα ως άμισθος υφηγητής. Το 1934 άρχισε να διδάσκει Κοινωνική φιλοσοφία των Αρχαίων Ελλήνων. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του '30 ο Τσάτσος ήρθε σε επαφή με τους σημαντικούς λογοτέχνες και ποιητές της εποχής, ενώ ξεχωριστή υπήρξε η φιλία του με τον Κωστή Παλαμά, τον οποίο είχε γνωρίσει ήδη από το 1922. Την ίδια εποχή, το 1930, μαζί με τον Κανελλόπουλο και τον Θεοδωρακόπουλο εξέδωσε το τριμηνιαίο περιοδικό «Αρχείο Φιλοσοφίας και Θεωρίας των Επιστημών», η έκδοση του οποίου συνεχίστηκε για τα επόμενα έντεκα χρόνια. Παράλληλα με τα μαθήματά του στη νομική σχολή, δίδασκε και φιλοσοφία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο (1935 - 1938). Το 1935 αρχίζει να ασχολείται για τα πολιτικά ζητήματα όταν πριν το δημοψήφισμα δημοσίευσε άρθρα υπέρ του δημοκρατικού πολιτεύματος. Το 1938 απέτυχε να γίνει τακτικός καθηγητής λόγω της δικτατορίας Μεταξά. Την ίδια χρονιά η κυβέρνηση Τσαλδάρη επιχείρησε να τον παύσει από το Πανεπιστήμιο, αλλά παρέμεινε μετά από έντονο διάβημα του Παναγιώτη Κανελλόπουλου.

      Το 1939 το καθεστώς Μεταξά, είχε βάλει χαφιέδες να παρακολουθούν τις πανεπιστημιακές παραδόσεις του και ενώ αρχικά του πρότεινε να αναλάβει ανώτατο αξίωμα στην Εθνική Οργάνωση Νεολαίας (ΕΟΝ) τον συνέλαβε και τον εκτόπισε στη Σκύρο ως κομμουνιστή. Η υποψία του καθεστώτος σε βάρος του ενισχύθηκε από τις επισκέψεις που πραγματοποίησε στους τόπους εξορίας του Παναγιώτη Κανελόπουλου. Στη συνέχεια μετατοπίστηκε στις Σπέτσες μετά από παρέμβαση του Κυριάκου Βαρβαρέσου προς τον Κωνσταντίνο Μανιαδάκη, όπου διέμεινε μέχρι το τέλος Ιανουαρίου 1940, οπότε και του επετράπη να επιστρέψει στην Αθήνα.

      Πολιτική σταδιοδρομία

      Ο Τσάτσος προερχόταν από φιλοβενιζελική οικογένεια, με έντονες πολιτικές ενασχολήσεις. Όπως έγραψε, «Το σπίτι μου ήταν πολιτικό σπίτι». Ο πολιτικός προσανατολισμός του ήταν φιλοβενιζελικός από αντατοφιλία.Σημειώνει χαρακτηριστικά ο ίδιος στο αυτοβιογραφικό Λογοδοσία μιας ζωής«Στα χρόνια όμως της Κατοχής, μια πρόσθετη φλόγα άναψε μέσα μου. Με έπιασε η μανία της πολιτικής δράσης. Το 1944-45 ήθελα με πάθος να γίνω Υπουργός[...]Οι επιθέσεις που μου έγιναν [...] γιατί είχα κάνει ως υπουργός σε 3 1/2 μήνες σπουδαίο έργο, επιτείνανε τις φιλοδοξίες μου. Απέβλεπα πια στο βουλευτιλήκι[...]»

      Η πρώτη ουσιαστική ανάμειξη με την πολιτική ήταν το 1945, όταν και ανέλαβε Υπουργός Εσωτερικών και προσωρινά (για δύο μέρες μόνο) Δικαιοσύνης και Κοινωνικής Πρόνοιας, στην υπηρεσιακή κυβέρνηση Πέτρου Βούλγαρη.  Ο ίδιος ανασκοπώντας τη δράση του στο υπουργείο αναφέρει πως τότε επάνδρωσε όλες τις νομαρχίες, διόρισε δημάρχους και τοποθέτησε 1300 αξιωματικούς χωροφυλακής και αστυνομίας πόλεως. Κατόπιν όμως πιέσεων που ασκούσε ο τύπος (συγκρότημα Λαμπράκη) ζητήθηκε από τον Δαμασκηνό να παραιτηθεί από τη θέση του. Στην κυβέρνηση Κανελλόπουλου που σχηματίσθηκε τον ίδιο χρόνο ανέλαβε δύο υπουργεία, του Τύπου και Πληροφοριών και προσωρινώς της Αεροπορίας. Τον επόμενο χρόνο έθεσε υποψηφιότητα στις βουλευτικές εκλογές, στις οποίες και εξελέγη για πρώτη φορά βουλευτής. Το 1947 επισκέφθηκε το Κάιρο και το 1948 τη Ρώμη εκπροσωπώντας την ελληνική Βουλή στις διακοινοβουλευτικές συσκέψεις που πραγματοποιούνταν.

      Το 1949 ανέλαβε το χαρτοφυλάκιο του υπουργείου Παιδείας. Κατά τη διάρκεια της θητείας του οργάνωσε την εθνική πινακοθήκη, ενώ συγκρούστηκε με τους καθηγητές στο θέμα της αυξήσεως των μισθών. Επίσης επί της υπουργίας του πραγματοποιήθηκε η εκλογή νέου αρχιεπισκόπου από την Ιερά Σύνοδο λόγω του θανάτου του Δαμασκηνού. Σε αυτήν ο Τσάτσος στήριξε τον μητροπολίτη Ιωαννίνων Σπυρίδωνα, ο οποίος τελικώς εξελέγη. Στις εκλογές του 1950 έθεσε υποψηφιότητα με το κόμμα του Κανελλόπουλου αποτυγχάνοντας όμως να εκλεγεί. Τότε άρχισε να εργάζεται στην εφημερίδα Καθημερινή και επέστρεψε για κάποιο διάστημα στην ενεργή δικηγορία.[ Στα τέλη του 1950 διορίστηκε υφυπουργός Συντονισμού. Για την τοποθέτησή του συναινούσαν και οι Αμερικανοί, οι οποίοι κατά τη μαρτυρία του Τσάτσου, είχαν εκτιμήσει το έργο του ως υπουργού παιδείας και ότι απορρόφησε όλες τις σχετικές πιστώσεις. Διατήρησε το χαρτοφυλάκιό του για έξι μήνες αλλά εξαναγκάσθηκε σε παραίτηση υπό την πίεση του Γεωργίου Παπανδρέου, αλλά ξανατοποθετήθηκε στην ίδια θέση όταν ανέλαβε υπουργός ο Σοφοκλής Βενιζέλος. Το 1951 ξαναέθεσε υποψηφιότητα για βουλευτής χωρίς όμως επιτυχία. Τον επόμενο χρόνο απέτυχε ξανά στις εκλογές, ενώ τρία χρόνια αργότερα κατηγορήθηκε για οικονομικό σκάνδαλο. Γι' αυτό τον λόγο οργανώθηκε εξεταστική επιτροπή, η οποία τελικά τον αθώωσε. Παρέδωσε μια σειρά μαθημάτων στο Αθήναιον. Βιοποριζόταν από το δικηγορικό του γραφείο και την αρθρογραφία του στην Καθημερινή. Το 1952 περιοδεύει σε δέκα Αμερικανικά Πανεπιστήμια υπό τη χορηγία του ιδρύματος Φέλμπραϊτ (Fulbright).

      Το 1956 προσχώρησε στο υπό ίδρυση κόμμα του Κωνσταντίνου Καραμανλή, την Εθνική Ριζοσπαστική Ένωση (ΕΡΕ), βοηθώντας τον αρχηγό της στη σύνταξη κειμένων και διακηρύξεων σχετικά με την ίδρυση του κόμματος, με την οποία και εξελέγη βουλευτής. Στην κυβέρνηση που σχηματίσθηκε υπό τον Καραμανλή ανέλαβε το υπουργείο Προεδρίας. Στις επόμενες εκλογές, του 1958, εξελέγη πανηγυρικά βουλευτής και ανέλαβε πάλι το υπουργείο Προεδρίας. Το υπουργείο Προεδρίας είχε αρκετές αρμοδιότητες, μεταξύ άλλων και αυτή του τουρισμού. Επί θητείας του κατασκευάστηκε το ξενοδοχείο της Πάρνηθας, για το οποίο ελέγχθηκε από την αντιπολίτευση λόγω της υπέρβασης του αρχικού προϋπολογισμού ενώ ενίσχυσε σημαντικά και τα διεθνή φεστιβάλ θεάτρου και μουσικής ανά την Ελλάδα. Τον Ιούνιο του 1961 εξελέγη μέλος της Ακαδημίας Αθηνών με 24 ψήφους υπέρ και 6 κατά με έδρα τη Φιλοσοφία του Δικαίου. Η εναρκτήρια ομιλία του στην Ακαδημία είχε τον τίτλο, Οι αντινομίες του Πρακτικού Λόγου και τα Πλάτωνος Πολιτικά. Σε αυτήν διετέλεσε πρόεδρος (1966) και αντιπρόεδρος. Τον ίδιο χρόνο επανεξελέγη βουλευτής χωρίς όμως να αναλάβει κάποιο υπουργείο. Το 1962 ο Υπουργός Βιομηχανίας Ζήσης Ζησάκης παραιτήθηκε και ο Καραμανλής του πρότεινε να αναλάβει το συγκεκριμένο χαρτοφυλάκιο. Στη συνέχεια ανέλαβε το υπουργείο Κοινωνικής Πρόνοιας. Όταν αποχώρησε ο Καραμανλής, οι Τσάτσος και Κωνσταντίνος Παπακωνσταντίνου απομακρύνθηκαν από τις διαμάχες για την ηγεσία. Στην κυβέρνηση Κανελλόπουλου ο Τσάτσος ανέλαβε το υπουργείο Δικαιοσύνης, στο οποίο παρέμεινε μέχρι την εγκαθίδρυση της δικτατορίας των Συνταγματαρχών την 21η Απριλίου.

      Στη δικτατορία και μεταδικτατορικώς

      Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, ο Τσάτσος υπέγραψε κάποιες αντιδικτατορικές προκηρύξεις δίχως να προβεί σε κάποια άλλη νέα ενέργεια. Υπήρξε μάρτυρας υπεράσπισης του λογοτέχνη Μένη Κουμανταρέα στη δίκη του από το Εφετείο Αθηνών για το πεζογράφημά του Το αρμένισμα. Συνοδευόταν μονίμως από έναν αστυνομικό ο οποίος τον παρακολουθούσε. Μετά τη Χούντα ανέλαβε το υπουργείο Πολιτισμού στην κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας, όμως ασχολιόταν πιο πολύ με τα προσχέδια του νέου Συντάγματος και την κατάρτιση των συνδυασμών της Νέας Δημοκρατίας και στις εκλογές που ακολούθησαν εξελέγη στην τρίτη θέση με το ψηφοδέλτιο επικρατείας της Νέας Δημοκρατίας. Παράλληλα, ανέλαβε την προεδρία της κοινοβουλευτικής επιτροπής σύνταξης του νέου συντάγματος. Εισηγητής της αντιπολίτευσης για το νέο σύνταγμα ήταν ο ανιψιός του, Δημήτρης Τσάτσος.

      Πρόεδρος της Δημοκρατίας

      Ως ένας από τους πιο έμπιστους συμβούλους του Κωνσταντίνου Γ. Καραμανλή, ο Κωνσταντίνος Τσάτσος προτάθηκε από το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας για τη θέση του προέδρου της Δημοκρατίας. Η απόφαση του Καραμανλή για την επιλογή Τσάτσου αναγγέλθηκε στην αίθουσα της γερουσίας, όπου συνεδρίαζε η κοινοβουλευτική ομάδα της Νέας Δημοκρατίας. Όπως αναφέρει ο Τσάτσος στα απομνημονεύματά του, ο Καραμανλής είχε θέσει ως μοναδικό όρο ότι σε περίπτωση που θα ήθελε να μεταπηδήσει νωρίτερα από τα πέντε χρόνια στην προεδρία της δημοκρατίας, αυτός θα παραιτούνταν. Ο Τσάτσος αποδίδει την επιλογή του Καραμανλή στο πρόσωπό του στους εξής λόγους: θα τηρούσε την υπόσχεσή του να παραιτηθεί από την Προεδρία της Δημοκρατίας σε περίπτωση που ο Καραμανλής ήθελε να μεταπηδήσει σε αυτήν, όπως είχαν συμφωνήσει μυστικώς οι δύο άνδρες. Δεν θα εκμεταλλευόταν το αξίωμά του για να αυτοπροβληθεί σε βάρος του Καραμανλή, η μεταξύ τους ταύτιση απόψεων, τέτοια που δεν του είχε προκαλέσει ποτέ πρόβλημα, το κύρος που είχε αποκτήσει ο Τσάτσος κατά τη θητεία του στην Επιτροπή του Συντάγματος και η καλή συνεργασία που είχε με την αντιπολίτευση. Ακόμα το παλαιότερο θετικό υπουργικό έργο του. Στην ψηφοφορία που διεξάχθηκε στη Βουλή έλαβε 210 ψήφους σε σύνολο 295 ψηφισάντων. Από αυτές οι 210 ανήκαν πιθανότατα στους βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας που διέθετε 215 έδρες. Μοναδικός αντίπαλος ήταν ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, που υποστηρίχθηκε από την Ένωση Κέντρου, ενώ το ΠΑΣΟΚ και η Ενωμένη Αριστερά ψήφισαν λευκό. Πρόεδρος της Δημοκρατίας ορκίστηκε στις 19 Ιουλίου 1975.

      Ως πρόεδρος της δημοκρατίας ανέλαβε να οργανώσει καλύτερα τον όλο θεσμό. Ασχολήθηκε με βασικά ζητήματα της εθνικής πολιτικής όπως ήταν π.χ. το σλαβομακεδονικό. Δέχθηκε τις επισκέψεις αρκετών αρχηγών ξένων κρατών, ενώ συναντήθηκε και με άλλες σημαντικές προσωπικότητες, όπως οι ΤίτοΝτουάιτ ΑϊζενχάουερΒαλερί Ζισκάρ ντ'ΕσταίνΓκαμάλ Αμπντέλ Νάσερ κ.α. Επίσης εκπροσώπησε την Ελλάδα στην κηδεία του Μακαρίου το 1977, του Τίτο και του Ανουάρ Σαντάτ. Λίγο πριν το τέλος της θητείας του τιμήθηκε με το βραβείο Κούντενχοβε-Καλλέργη και ανακηρύχθηκε επίτιμος διδάκτορας της Σορβόννης.Στη θέση του προέδρου της δημοκρατίας παρέμεινε μέχρι τον Μάιο του 1980, όταν και τον διαδέχθηκε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής.

      Μετά το τέλος της θητείας του πραγματοποίησε πολλά ταξίδια στο εξωτερικό είτε αναψυχής είτε κυρίως για ακαδημαϊκούς λόγους, αφού ήταν μέλος αρκετών ακαδημιών. Το 1980 εξελέγη μέλος της Ρουμανικής Ακαδημίας. Την ίδια χρονιά διορίστηκε μέλος της ακαδημίας του Μαρόκου ύστερα από διάταγμα του βασιλιά Χασάν Β΄ συμμετείχε σε αρκετές συγκεντρώσεις για το ευρωπαϊκό όραμα, ενώ βοηθούσε και στη συγγραφή κάποιων ιστορικών μελετών.

      Συγγραφικό έργο

      Η ενασχόληση του Κωνσταντίνου Τσάτσου από νεαρή κιόλας ηλικία με τη φιλοσοφία και την ποίηση τον βοήθησαν στην ανάπτυξη της καλλιέργειάς του. Αρχίζει να γράφει ποιήματα σε ηλικία δεκαπέντε ετών. Την τριετία 1921-1924 δημοσίευσε τα πρώτα του ποιήματα, την Τριλογία της ψυχής αφιερωμένη στον Κωστή Παλαμά και δύο δράματα με το ψευδώνυμο «Ηβός Δελφός». Στα ποιήματα του εκφράζονται τα πιο βαθιά και κρυφά στρώματα του εαυτού του. Τα παράλογα στοιχεία διασταυρώνονται με τα λογικά. Η ποίηση του χαρακτηρίζεται «υπαρξιακή».Οι φιλοσοφικές μελέτες που δημοσίευσε κατά καιρούς αποσκοπούσαν στην στην εκλαΐκευση της Καντιανής φιλοσοφίας στην Ελλάδα. Το 1948, υπήρξε εμπνευστής μιας νέας εταιρείας συγγραφέων, στην οποία συμμετείχαν μεταξύ άλλων ο Γιώργος Θεοτοκάς, ο Σπύρος Μελάς, ο Ηλίας Βενέζης, ο Ανδρέας Καραντώνης και ο Πέτρος Χάρης.

      Συνεργάστηκε με την Εκδοτική Αθηνών για τη συγγραφή ενοτήτων και την εποπτεία τόμων της Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους κατά τη διάρκεια της δικτατορίας, για λόγους βιοπορισμού. Την ίδια περίοδο είναι γόνιμο το συγγραφικό έργο του Έχοντας πλέον στην κατοχή της μια ανεκτίμητης αξίας βιβλιοθήκη, η οικογένεια Τσάτσου δώρησε το σύνολο των βιβλίων του Κωνσταντίνου Τσάτσου στο σημερινό Κέντρο Βυζαντινών Νεοελληνικών και Κυπριακών Σπουδών που βρίσκεται στην πόλη της Γρανάδας, στην Ισπανία, υπό την εποπτεία του καθηγητή Βυζαντινής και Νεοελληνικής Φιλολογίας Μόσχου Μορφακίδη-Φυλακτού.

      Ο φιλοσοφικός στοχασμός του Τσάτσου

      Ο ίδιος ο Τσάτσος τοποθετεί τις φιλοσοφικές καταβολές του στον Πλάτωνα, τον Ιμμάνουελ Καντ και τον Νεοκαντιανισμό. Καλλιέργησε τη Φιλοσοφία του Δικαίου ακολουθώντας τον Χάινριχ Ρίκερτ (ο οποίος δεν ασχολήθηκε με το Δίκαιο) και τη θεωρία των αξιών που ανέπτυξε και γενικά τη Νεοκαντιανή Σχολή της Βάδης. Στα 1928 δημοσίευσε το Der Begriff des positiven Rechtes (Η έννοια του θετικού δικαίου), το οποίο κατά τον Ρίκερτ απέδιδε με τη μεγαλύτερη συνέπεια στο χώρο του Δικαίου τη θεωρία του.

      Άλλες μελέτες του σχετικές με τη φιλοσοφία του Δικαίου είναι: Το πρόβλημα της ερμηνείας του Δικαίου (1932,1978), Το πρόβλημα των πηγών του Δικαίου (1941) όπου ασχολείται με το Σύνταγμα «ως μια από τις ιδιαίτερες πηγές του Δικαίου», ενώ δεν προχώρησε στις άλλες πηγές του δικαίου (νόμοι, διοικητικές πράξεις). Η επί διδακτορία και επί υφηγεσία διατριβές του δημοσιεύτηκαν σε έναν τόμο με τίτλο Μελέται φιλοσοφίας του Δικαίου (1960) Έχοντας την αίσθηση ο ίδιος πως «ότι ήταν να γράψει σχετικά με τη φιλοσοφία του Δικαίου το είχε γράψει» διακόνησε ένα άλλο κομμάτι των κοινωνικών επιστημών μεταξύ των ορίων της νομικοπολιτικής επιστήμης και την κοινωνική φιλοσοφία: με τα έργα του Η κοινωνική φιλοσοφία του Καντ (1935), Η κοινωνική φιλοσοφία των αρχαίων Ελλήνων (1962), Πολιτική, θεωρία πολιτικής δεοντολογίας (1965) Καλλιέργησε και την αισθητική με το Διάλογο για την ποίηση με τον Γιώργο Σεφέρη.[

      Προσωπική ζωή

      Ήταν παντρεμένος δύο φορές. Νυμφεύθηκε αρχικά τη Λίλη Ζηρίνη τον Φεβρουάριο του 1925, για να χωρίσει όμως το 1929. O δεσμός τους είχε ως αφετηρία του το κοινό ενδιαφέρον τους για τον ποιητή Κωστή Παλαμά. Κατά τη διάρκεια του γάμου τους έμεναν μεταξύ Αθήνας και Χαϊδελβέργης. Στη συνέχεια γνώρισε την Ιωάννα Σεφεριάδου, αδερφή του Γιώργου Σεφέρη, την οποία και νυμφεύτηκε στις 30 Ιουνίου 1930 με κουμπάρα την Ειρήνη Οικονομοπούλου. Μαζί της απέκτησε δύο κόρες:

      • τη Δέσποινα Τσάτσου, η οποία γεννήθηκε το 1931, σύζυγο του καθηγητή Μυλωνά.
      • τη Ντόρα Τσάτσου, η οποία γεννήθηκε το 1932, χορογράφο και σύζυγο του Αλέξανδρου Συμεωνίδη, καθηγητή ιατρικής.

      Εργογραφία

      Λογοτεχνικά

      • Η τριλογία της ψυχής μου (1923)
      • Ποιήματα (1924)
      • Δύο Δράματα (1924)
      • Τα ποιήματα του Κ. Τσάτσου (1973)
      • Ένας διάλογος για την ποίηση (1975)

      Φιλοσοφικά

      • Δοκίμια αισθητικής και παιδείας (1960)
      • Αισθητικά δοκίμια (1961)
      • Διάλογοι σε μοναστήρι (1974)
      • Αισθητικά μελετήματα (1977)
      • Θεωρία της Τέχνης (1978)
      • Η ζωή σε απόσταση (1985)
      • Ο σύγχρονος κόσμος (1987)
      • Πριν από το ξεκίνημα (1988)
      • Αποχαιρετισμός (1988)

      Κριτικές

      • Παλαμάς (1936)
      • Οι μεγάλοι ρήτορες και η ιστορία τους (1968)
      • Κικέρων (1968)
      • Δημοσθένης (1971)

      Βιογραφίες

      • Ελευθέριος Βενιζέλος (1986)
      • Ο άγνωστος Καραμανλής (1986)
      • Λογοδοσία μιας ζωής (αυτοβιογραφία, 2000)

      Φιλοσοφία περί δικαίου

      • Το πρόβλημα της ερμηνείας του δικαίου (1932) (1978 εκδ. Σάκκουλας)
      • Η κοινωνική φιλοσοφία του Καντ (1935)
      • Το πρόβλημα των πηγών του Δικαίου (1941)
      • Ελληνική πορεία (1952)
      • Μελέται φιλοσοφίας του δικαίου (1960)
      • Η κοινωνική φιλοσοφία των αρχαίων Ελλήνων (1962)
      • Αφορισμοί και διαλογισμοί (1965-1969)
      • Πολιτική, θεωρία πολιτικής δεοντολογίας (1965)
      • Η Ελλάς και η Ευρώπη (1978)
      • Δημοκρατία και Ευρώπη (1982)

      Άλλα

      • Αγάπη (1950)
      • Ποιήματα άλλων καιρών και άλλων τόπων (Μετάφραση, 1980)
      • Οράτιος, Βιργίλιος, Προπέρτιος, Κάτουλος (Μετάφραση, 1981)
      Wikipedia
    1. Q365209 ⟶ Πατήστε εδώ
    1. 113257497 ⟶ Πατήστε εδώ