Άνδρας
14 Μαρτίου 1900
Άμφισσα Φωκίδας
30 Μαρτίου 1967
Αθήνα
Ελληνικά
Τάξις των Γραμμάτων και των Καλών Τεχνών
  • Ο Χρήστος Καρούζος (Άμφισσα , 14 Μαρτίου 1900Αθήνα30 Μαρτίου 1967) ήταν Έλληνας αρχαιολόγος και ακαδημαϊκός. Υπήρξε διευθυντής του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου. Το 1955 εξελέγη μέλος της Ακαδημίας Αθηνών.

    Προσωπική ζωή

    Ο πατέρας του ονομαζόταν Ιωάννης Καρούζος και η μητέρα του Βιολέτα Στασινού. Τα παιδικά του χρόνια τα πέρασε στην Άμφισσα, όπου και τελείωσε το γυμνάσιο σε ηλικία 16 χρονών. Τότε εγγράφεται στην Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών (1916), ενώ θα προσχωρήσει και στον Εκπαιδευτικό Όμιλο. Σπούδασε κλασσική φιλολογία και αρχαιολογία. Το 1919 προσλαμβάνεται στην Αρχαιολογική Υπηρεσία, ως επιμελητής, ενώ παίρνει το πτυχίο του το 1921. Μεταξύ 1928 και 1930 συνεχίζει με σπουδές στο Μόναχο και στο Βερολίνο. Το 1931 παντρεύτηκε τη Σέμνη Παπασπυρίδη.

    Σταδιοδρομία

    Το 1925 γίνεται έφορος αρχαιοτήτων και αργότερα προάγεται σε γενικό έφορο. Υπήρξε έφορος στην Στερεά Ελλάδα και αργότερα στις εφορείες Αττικής, Θεσσαλίας, Σπάρτης και Κυκλάδων. Το 1930 εκδίδει την πρώτη του μελέτη με τίτλο «Ο Ποσειδών του Αρτεμισίου», για το ομώνυμο άγαλμα. Η μελέτη αυτή θα τον κάνει γνωστό διεθνώς. Νωρίτερα, είχε ασχοληθεί με μεταφράσεις διαφόρων μαρξιστικών έργων όπως το Μαρξισμός και φιλοσοφία του Καρλ Κορς και το πρώτο κεφάλαιο από το «Αντί-Ντύρινγκ» του Ένγκελς, που κυκλοφόρησε με τίτλο Η φιλοσοφία, χρησιμοποιώντας το ψευδώνυμο Χρήστος Καστρίτης. Συνεργάστηκε με τον Δημήτρη Γληνό, αρθρογραφώντας στο περιοδικό του Αναγέννηση. Στην κατοχή (1942) αναλαμβάνει τη διεύθυνση του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου της Αθήνας. Την περίοδο αυτή θα βοηθήσει στη διάσωση των αρχαίων ευρήματων[4], ενώ μετά τον πόλεμο θα εκδόσει μια έκθεση σχετικά με τις καταστροφές και τις απώλειες αρχαίων αντικειμένων που έγιναν κατά την διάρκεια του πολέμου. Tο 1945 ξεκίνησε εργασίες επανέκθεσης των αρχαίων, κάτι που τελικά ολοκληρώθηκε το 1964. Στο έργο αυτό βοήθησε και η γυναίκα του, Σέμνη. Πραγματοποίησε ανασκαφές σε διάφορα μέρη και με τις απόψεις του έδωσε λύσεις σε διάφορα αρχαιολογικά ζητήματα. Υπήρξε ιδρυτικό στέλεχος του Ελληνικού Τμήματος της Διεθνούς Ένωσης Κριτικών Τέχνης. Τα τεχνοκριτικά του άρθρα χαρακτηρίζονταν «φωτισμένα και καθόλου επηρεασμένα από τη σχολαστική αρχαιολογία». Μαζί με άλλους διανοούμενους της εποχής, υπερασπίστηκαν το 1931 την έκθεση του Γεράσιμου Στέρη, που είχε προκαλέσει την αρνητική κριτική του τότε διευθυντή της Εθνικής ΠινακοθήκηςΖαχαρία Παπαντωνίου. Τα κείμενα αυτά (ανάμεσα και το κείμενο του Παπαντωνίου, αλλά και ένα κεμενο του Στέρη), γνωστά ως «18 κριτικά άρθρα γύρω από μια έκθεση», θα αποτελέσουν και «το μανιφέστο του εικαστικού μοντερνισμού στην Ελλάδα»

    Τιμητικές Διακρίσεις

    Ο Καρούζος υπήρξε μια από της μορφές που επηρέασαν την πνευματική ζωή του τόπου . Για την προσφορά του έλαβε διάφορες τιμητικές διακρίσεις. Ανακηρύχθηκε Επίτιμος Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου της Βασιλείας (Ελβετία). Το 1955 εξελέγεται μέλος της Βαυαρικής Ακαδημίας Επιστημών και της Ακαδημίας Αθηνών, με την οποία όμως διαφώνησε στο θέμα της μεταρρύθμισης στην παιδεία . Του απονεμήθηκε ο Ταξιάρχης του Φοίνικα, ενώ υπήρξε και μέλος των Αρχαιολογικών Ινστιτούτων του Βερολίνου και της Βιέννης.

    Πατήστε εδώ

Καρούζος, Χρήστος Ι. (1900-1967)

  1. Πρόσωπο
  2. 14 Μαρτίου 1900
  3. 30 Μαρτίου 1967
  4. Άμφισσα Φωκίδας
  5. Αθήνα
  6. Άνδρας
  7. Ελληνικά
    1. Ο Χρήστος Καρούζος (Άμφισσα , 14 Μαρτίου 1900Αθήνα30 Μαρτίου 1967) ήταν Έλληνας αρχαιολόγος και ακαδημαϊκός. Υπήρξε διευθυντής του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου. Το 1955 εξελέγη μέλος της Ακαδημίας Αθηνών.

      Προσωπική ζωή

      Ο πατέρας του ονομαζόταν Ιωάννης Καρούζος και η μητέρα του Βιολέτα Στασινού. Τα παιδικά του χρόνια τα πέρασε στην Άμφισσα, όπου και τελείωσε το γυμνάσιο σε ηλικία 16 χρονών. Τότε εγγράφεται στην Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών (1916), ενώ θα προσχωρήσει και στον Εκπαιδευτικό Όμιλο. Σπούδασε κλασσική φιλολογία και αρχαιολογία. Το 1919 προσλαμβάνεται στην Αρχαιολογική Υπηρεσία, ως επιμελητής, ενώ παίρνει το πτυχίο του το 1921. Μεταξύ 1928 και 1930 συνεχίζει με σπουδές στο Μόναχο και στο Βερολίνο. Το 1931 παντρεύτηκε τη Σέμνη Παπασπυρίδη.

      Σταδιοδρομία

      Το 1925 γίνεται έφορος αρχαιοτήτων και αργότερα προάγεται σε γενικό έφορο. Υπήρξε έφορος στην Στερεά Ελλάδα και αργότερα στις εφορείες Αττικής, Θεσσαλίας, Σπάρτης και Κυκλάδων. Το 1930 εκδίδει την πρώτη του μελέτη με τίτλο «Ο Ποσειδών του Αρτεμισίου», για το ομώνυμο άγαλμα. Η μελέτη αυτή θα τον κάνει γνωστό διεθνώς. Νωρίτερα, είχε ασχοληθεί με μεταφράσεις διαφόρων μαρξιστικών έργων όπως το Μαρξισμός και φιλοσοφία του Καρλ Κορς και το πρώτο κεφάλαιο από το «Αντί-Ντύρινγκ» του Ένγκελς, που κυκλοφόρησε με τίτλο Η φιλοσοφία, χρησιμοποιώντας το ψευδώνυμο Χρήστος Καστρίτης. Συνεργάστηκε με τον Δημήτρη Γληνό, αρθρογραφώντας στο περιοδικό του Αναγέννηση. Στην κατοχή (1942) αναλαμβάνει τη διεύθυνση του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου της Αθήνας. Την περίοδο αυτή θα βοηθήσει στη διάσωση των αρχαίων ευρήματων[4], ενώ μετά τον πόλεμο θα εκδόσει μια έκθεση σχετικά με τις καταστροφές και τις απώλειες αρχαίων αντικειμένων που έγιναν κατά την διάρκεια του πολέμου. Tο 1945 ξεκίνησε εργασίες επανέκθεσης των αρχαίων, κάτι που τελικά ολοκληρώθηκε το 1964. Στο έργο αυτό βοήθησε και η γυναίκα του, Σέμνη. Πραγματοποίησε ανασκαφές σε διάφορα μέρη και με τις απόψεις του έδωσε λύσεις σε διάφορα αρχαιολογικά ζητήματα. Υπήρξε ιδρυτικό στέλεχος του Ελληνικού Τμήματος της Διεθνούς Ένωσης Κριτικών Τέχνης. Τα τεχνοκριτικά του άρθρα χαρακτηρίζονταν «φωτισμένα και καθόλου επηρεασμένα από τη σχολαστική αρχαιολογία». Μαζί με άλλους διανοούμενους της εποχής, υπερασπίστηκαν το 1931 την έκθεση του Γεράσιμου Στέρη, που είχε προκαλέσει την αρνητική κριτική του τότε διευθυντή της Εθνικής ΠινακοθήκηςΖαχαρία Παπαντωνίου. Τα κείμενα αυτά (ανάμεσα και το κείμενο του Παπαντωνίου, αλλά και ένα κεμενο του Στέρη), γνωστά ως «18 κριτικά άρθρα γύρω από μια έκθεση», θα αποτελέσουν και «το μανιφέστο του εικαστικού μοντερνισμού στην Ελλάδα»

      Τιμητικές Διακρίσεις

      Ο Καρούζος υπήρξε μια από της μορφές που επηρέασαν την πνευματική ζωή του τόπου . Για την προσφορά του έλαβε διάφορες τιμητικές διακρίσεις. Ανακηρύχθηκε Επίτιμος Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου της Βασιλείας (Ελβετία). Το 1955 εξελέγεται μέλος της Βαυαρικής Ακαδημίας Επιστημών και της Ακαδημίας Αθηνών, με την οποία όμως διαφώνησε στο θέμα της μεταρρύθμισης στην παιδεία . Του απονεμήθηκε ο Ταξιάρχης του Φοίνικα, ενώ υπήρξε και μέλος των Αρχαιολογικών Ινστιτούτων του Βερολίνου και της Βιέννης.

      Πατήστε εδώ
    1. Q885162 ⟶ Πατήστε εδώ
    1. 40257689 ⟶ Πατήστε εδώ